Έχω καθίσει τρεις συνολικά φορές να γράψω για το Days Gone. Τόσο πολύ με έχει μπερδέψει. Η πρώτη επαφή έδινε την αίσθηση ότι χάνω τον χρόνο μου, στη συνέχεια βρισκόμουν σε άρνηση να παραδεχθώ ότι αυτό που παίζω μου αρέσει και στο τέλος, αφού οι χαρακτήρες βρήκαν μια θέση στην καρδιά μου, το game μου έδειξε το μεσαίο δάχτυλο. Ας τα δούμε όμως αναλυτικά, κάτι που σημαίνει ότι θα υπάρχουν μικρά spoilers.
Waste of time
Οι πρώτες δύο ώρες που έπιασα το Days Gone στα χέρια μου ήταν δύο ώρες που έλεγα ότι δεν θα τις πάρω ποτέ πίσω στη ζωή μου. Ενευριστικά loading times, εκνευριστικοί χειρισμοί, εκνευριστικοί χαρακτήρες, εκνευριστικό plot, you get the point. Αχτίδα ελπίδας μέσα στον κυκεώνα κακών εντυπώσεων το πολύ καλό optimization του game, με το PS4 pro να κρατάει σταθερά 55+ fps, τη στιγμή που σε φαινομενικά εξίσου απαιτητικά games, όπως π.χ. στο Control, η κονσόλα έπνεε τα λοίσθια και την άκουγαν μέχρι και οι γείτονες.
Το σκηνικό γύρω από το οποίο εκτυλίσσεται το Days Gone είναι χιλιοπαιγμένο και ακούει στο όνομα Zombie Apocalypse. Ένας ιός που κολλάει πανεύκολα και μετατρέπει τους ανθρώπους σε Freakers και yada yada yada… Η συνταγή είναι τόσο χιλιοπαιγμένη που πλέον το παιχνίδι παίζεται στις λεπτομέρειες, και όταν δίπλα σου έχεις μεγαθήρια τύπου Last of Us και Resident Evil, είσαι εξ ορισμού σε μειονεκτική θέση. Και να τονιστεί εδώ ότι παρά τη γενναία προσπάθεια του Bend Studio, το Days Gone δεν κατάφερε να ξεφύγει από τη σκιά του ανταγωνισμού, χωρίς βέβαια αυτό να σημαίνει ότι πρόκειται για ένα κακό game. Το αντίθετο μάλιστα.

Απ’ το κακό στο… καλύτερο;
Ο Deacon St. John (Deek) και ο Boozer, οι δύο βασικοί (σχεδόν) χαρακτήρες του Days Gone, αργούν αρκετά να γίνουν συμπαθητικοί. Και αυτό είναι κακό, γιατί *αχεμ* είναι οι δύο βασικοί χαρακτήρες, καλησπέρα. Όσο το στόρι εξελίσσεται όμως, τόσο εξελίσσονται και οι δύο τελευταίοι (πάλι σχεδόν -no spoilers) Mongrels. Όσο μαθαίνεις το παρελθόν τους, τόσο συντάσσεσαι με τη λογική τους και κάποια στιγμή έρχεται η πολυπόθητη ταύτιση, εκείνη που κάθε game στοχεύει, ανάμεσα στον παίκτη και τον πρωταγωνιστή. Πράγματα που πριν φάνταζαν ανούσια πλέον γίνονται έως και διασκεδαστικά, οι χειρισμοί αν και άτσαλοι συνηθίζονται εύκολα (εκτός από τη μανία της κάμερας να γυρνάει μόνη της στην αρχική της θέση ενώ οδηγάς το μηχανάκι, σε φάση ΣΕ ΠΑΡΑΚΑΛΩ ΑΦΗΣΕ ΜΕ ΝΑ ΔΩ ΠΙΣΩ ΜΟΥ ΓΙΑ ΟΣΟ ΘΕΛΩ) και γενικά το game μετά τη μέση του, δηλαδή μερικές δεκάδες ώρες μέσα στο στόρι, γίνεται απολαυστικό. Και αυτή είναι μία πρόταση που δεν περίμενα ποτέ να γράψω για το Days Gone.
Οι αποστολές είναι ελαφρώς repetitive, όμως συνάδουν πλήρως με το zombie apocalypse σκηνικό και τη ζωή του Deek ως Drifter, δηλαδή ως κάποιου που δεν ανήκει σε καμία κοινότητα και απλά κάνει βρωμοδουλειές επ’ αμοιβή. Ειδικά μετά το πρώτο πέρασμα από τα βουνά και τη διεύρυνση του χάρτη, το ενδιαφέρον του παίκτη αναζωπυρώνεται. Το main storyline προχωράει αργά, αλλά στο τέλος δικαιολογεί εν μέρει την καθυστέρηση, καθώς αποζημιώνει με νέα camps, νέα stories με πολύ ψωμίο, καθώς και με το πολυαναμενόμενο reunion της χρονιάς, που εξαιτίας του έγραψα “εν μέρει” και όχι “πλήρως”.

Πουργκατόριο
Ένα game που χρειάστηκε τη μισή του διάρκεια για να κερδίσει τον παίκτη, έχει ελάχιστα περιθώρια λαθών από εδώ και μέχρι το τέλος του. Και το Days Gone, πάνω που νομίζεις ότι τα κατάφερε, έρχεται και βάζει κυριολεκτικά μπουρλότο σε ό,τι έχτισε. Όλο το νόημα του παιχνιδιού γίνεται στάχτη και μπούρμπερη και οι βασικότεροι εχθροί, τα Freakers, παίρνουν ρόλο κομπάρσου για τις τελευταίες πράξεις ενός γλυκόπικρου έργου. Τα plot holes δίνουν και παίρνουν, ενώ οι παράλογες επιλογές των πρωταγωνιστών και οι ακόμα πιο παράλογες εκτελέσεις τους κόβουν πολύ από ένα κατά τα άλλα άρτιο σενάριο και δίνουν την αίσθηση ότι κάποια στιγμή τα μεγάλα κεφάλια τράβηξαν το λουρί στους devs και τους είπαν “έλα, να τελειώνουμε όμως”. Παράδειγμα τέτοιας “βιασύνης” (SPOILER ALERT), το ότι ο Boozer δεν υπήρχε περίπτωση να ζει μετά την τελευταία μάχη, αλλά λίγο η “αμερικανιά”, λίγο το ότι θα ήταν πιο εύκολο και γρήγορο τελικά να ζούσε, ε, του έδωσαν αέρα… Jon Snow (/SPOILER ALERT).
Η χειρότερη όμως στιγμή του Days Gone (SPOILER ALERT), το σημείο καμπής, θα έλεγε κάποιος, είναι το προαναφερθέν reunion μεταξύ Deacon St. John και της γυναίκας του, Sarah. Στην αρχή του game μαθαίνουμε ότι -μάλλον- είναι νεκρή, όμως ο Deek δεν πείθεται. Ένα μόνιμο και αδικαιολόγητο “ο σκοπός αγιάζει τα μέσα” κίνητρο τον διακατέχει και τον ωθεί να σφάξει ό,τι κινείται, ανθρώπινο και μη. Είναι πεπεισμένος ότι η γυναίκα του ζει, και θα κάνει τα πάντα για να τη βρει. Σκληρό, αλλά κατανοητό.
Όμως, η πρώτη συνάντηση του ζεύγους (αναμενόμενη και φουλ “αμερικανιά” και “happy ending” κ.λπ.) μετά από δύο χρόνια είναι τόσο anti-climactic που δεν νευρίασα, δεν απογοητεύτηκα, απλά άφησα το χειριστήριο χωρίς να πατήσω pause και πήγα στο ψυγείο να πάρω μια μπύρα. Ο ορισμός του “Meh”. Ξοδεύοντας το μισό game αναζητώντας στοιχεία και βλέποντας έναν Deek να αποφεύγει την αυτοκτονία μόνο επειδή ψάχνει να βρει τη Sarah, θα περίμενε κανείς κάτι πολύ περισσότερο από ένα “επ, τι γίνεται; Χαχ, ζεις ε; Ουάου, κι εγώ”.
Η εξήγηση ότι η Sarah “δεν είναι πια η ίδια” δεν αρκεί, είναι φτωχή και φτηνή. Το game αναλύει για ώρες επί ωρών πώς οι δύο συναντήθηκαν τυχαία, πόσο τρελά ερωτευμένοι είναι, πώς πέρασαν από χίλια κύματα για να είναι μαζί. Και τώρα που βλέπουν ο ένας τον άλλον μέσα σε αυτήν τη δυστοπία, αντιδρούν λες και ο ένας πήγε για τσιγάρα ενώ ο άλλος τηγάνιζε αβγά.
Πρόκειται για τεράστιο φάουλ, το οποίο συνεχίζεται για κάνα δίωρο ακόμα, όπου η Sarah παίρνει τον ρόλο ενός δευτερότριτου NPC και σου δίνει sidequests. Η φλόγα της σχέσης αναθερμαίνεται μόνο εν μέσω πανικού, πολλές ώρες μετά, λίγο αφότου σκοτώσετε καμιά 100ριά ζόμπια και άλλους τόσους ανθρώπους-enemies. MEH. (/SPOILER ALERT).


Πύρρειος νίκη
Αυτό μου ήρθε στο μυαλό όταν έπεσαν οι τίτλοι τέλους. Νίκη, γιατί κάτι που στην αρχή δεν μου άρεσε, και που καθόμουν να ξενερώνω με κάθε bug ή κάθε “ατασθαλία” του Bend Studio, κατέληξε να με έχει στην τσίτα, να το παίζω με τις ώρες, να γελάω με τα αστεία των πρωταγωνιστών και να ταυτίζομαι με τη σκέψη τους. Και Πύρρειος, διότι το Days Gone δεν κατάφερε να τικάρει μερικά από τα πιο σημαντικά κουτάκια που έχουμε συνηθίσει τα PS exclusives να τικάρουν. Χαίρομαι που το έπαιξα, αλλά δεν μου γέννησε την όρεξη να το ξαναπαίξω, και αυτό λέει πολλά. Είχε όλα τα φόντα για να θέσει ψηλά τον πήχη στο δύσκολο και πολύ ανταγωνιστικό genre που διάλεξε να μπει, όμως κάτι στην πορεία στράβωσε και διάλεξε τη ρότα του “ακόμα ένα καλό game”. Και πράγματι, είναι ακριβώς αυτό. Ακόμα ένα καλό game. Στο τελευταίο 15%-20% συνειδητοποίησα ότι παίζω “στον αυτόματο”, απλά και μόνο επειδή είναι κρίμα να το σταματήσω τώρα, που έφτασα ως εδώ, ενώ στην πραγματικότητα δεν με πολυένοιαζε να το τελειώσω. Ακόμα και το plot twist του τέλους, στο οποίο δεν θα αναφερθώ συνειδητά γιατί πρόκειται για major spoiler, δεν μου κέντρισε το ενδιαφέρον, ακριβώς όπως το τελευταίο επεισόδιο του GoT, που είχε μεν την πιο σημαντική δολοφονία της σειράς, όμως κανείς δεν νοιάστηκε. Λεπτομέρειες, θα πει κάποιος. Ναι, αλλά, όπως είπαμε και στην αρχή, αυτές οι λεπτομέρειες κάνουν τελικά τη διαφορά.

Leave a comment